Συνέντευξη του Πάνου Σόμπολου στη medialabber Εύα Αλαμάνου

Ο Πάνος Σόμπολος ταύτισε το όνομα και τη δράση του με την ακραία φύση του ανθρώπινου είδους, υπηρετώντας όμως πάντα το αστυνομικό ρεπορτάζ. Πλέον, με την πείρα 40 ετών, ασχολείται με τη συγγραφή βιβλίων, τα οποία επίσης κρατούν τους αναγνώστες με κομμένη την ανάσα, όπως ακριβώς έκαναν και οι ανταποκρίσεις του, από τον τόπο των εγκλημάτων.

Η ενασχόληση του Πάνου Σόμπολου με τα ρεπορτάζ που αφορούν μεταξύ άλλων σε ληστείες, διαρρήξεις και φυσικές καταστροφές δεν προήλθε μέσα από το δρόμο της εκπλήρωσης παιδικών ονείρων. 

«Το αστυνομικό ρεπορτάζ μου έτυχε, δεν το επέλεξα. Πολύ καλά γνωρίζουμε όλοι ότι όταν ψάχνουμε για δουλειά, δεν έχουμε περιθώρια επιλογής π.χ. να λέμε: δεν μου αρέσει το πολιτικό ρεπορτάζ, θέλω το αθλητικό ή έχω προτίμηση στο δικαστικό ή το αστυνομικό ή όποιο άλλο ρεπορτάζ. Τότε κοιτάζαμε πώς θα βάλουμε πόδι στην εφημερίδα που ήταν και ο μεγάλος στόχος μας. Κι αφού με έβαλαν βοηθό στο αστυνομικό, εκεί έμεινα. Τα χρόνια εκείνα, 1968 - 69, ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Δεν πληρωνόμασταν. Αργότερα μας έδιναν διατακτικές για να ψωνίσουμε από μεγάλα καταστήματα που έβαζαν διαφήμιση».  

Το πρώτο θέμα που κάλυψε δημοσιογραφικά για την εφημερίδα που εργάζονταν ήταν «στη Γενική Ασφάλεια (τότε βρισκόταν στην οδό Μπουμπουλίνας) και κάλυψα το θέμα των ανευρεθέντων αντικειμένων. Εκείνη την εποχή όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν σε διάφορες περιοχές της Αθήνας, συγκεντρώνονταν στα κεντρικά της Ασφάλειας και στο τέλος του έτους τα τοποθετούσαν σε ειδικούς χώρους και πήγαιναν αυτοί που είχαν χάσει κάποιο και το έπαιρναν».

Το ρεπορτάζ τότε, όπως μας λέει ο ίδιος, «γινόταν πάντα επί τόπου κι όχι από το γραφείο ή το τηλέφωνο. Αν δεν πάει ο ρεπόρτερ στον τόπο που διαδραματίζονται τα γεγονότα, δεν μπορεί να ενημερώσει σωστά τον κόσμο».

Στα πρώτα βήματα του  δούλεψε για την εφημερίδα Ακρόπολη και Μακεδονία, δίπλα στον Σεβαστιανό Αρνέλλο (τον οποίο αναφέρει και ως δάσκαλο του στην δημοσιογραφία). Ήταν ο δημοσιογράφος που είχε καλύψει, όντας και εκείνος τότε νέος, το Έγκλημα στου Χαροκόπου το 1931. «Μού είχε μιλήσει ο αείμνηστος Σέβος (έτσι τον φωνάζαμε τον Σεβαστιανό Αρνέλλο) για το συγκεκριμένο έγκλημα, τη Φούλα και την την Κάστρου, που σκότωσαν, μαζί με τον ανιψιό και την υπηρέτρια, τον Αθανασόπουλο, τεμάχισαν το πτώμα και το πέταξαν στον Κηφισό. Αυτό το έγκλημα σας αποκαλύπτω ότι είναι το πρώτο που περιλαμβάνεται στο νέο βιβλίο μου με τον τίτλο 'Γυναίκα και έγκλημα' που αναμένεται να κυκλοφορήσει τους επόμενους μήνες από τις εκδόσεις Πατάκη».

Ένα  παρόμοιο θέμα κάλυψε το 1987 όταν ήταν στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» την υπόθεση Φραντζή, του ανθρώπου που σκότωσε και κατόπιν τεμάχισε τη σύζυγό του Ζωή Γαρμανή, πετώντας τα κομμάτια της σε κάδους σκουπιδιών. Τότε, δύο μέρες μετά την ανακάλυψη του πτώματος, η εφημερίδα «ΈΘΝΟΣ» δημοσιεύει στο δισέλιδο «σαλόνι» της το τεμαχισμένο πτώμα, πάνω στην ιατροδικαστική κλίνη. «Το συγκεκριμένο έγκλημα είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη και περιλαμβάνεται σε ένα από τα βιβλία μου με τίτλο 'Τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα Όπως τα έζησα'. Η φωτογραφία τραβήχτηκε από τον φωτορεπόρτερ του 'ΕΘΝΟΥΣ' Βασίλη Ζησόπουλο. Εκείνη την ώρα βρισκόμουνα πάνω από το πτώμα και συζητούσα με τον ιατροδικαστή Χρήστο Λευκίδη και τον βοηθό του Θανάση Σαρλή για τη συναρμολόγηση των μελών καθώς και για την ηλικία του θύματος κι ο φωτορεπόρτερ έκανε τη δουλειά του, τραβούσε φωτογραφίες. Την άλλη μέρα μια από αυτές τις φωτογραφίες δημοσιεύτηκε στο ΕΘΝΟΣ κι έγινε ο χαμός!» 

Ο ίδιος, μάλιστα, είχε μιλήσει με το ίδιο τον Φραντζή όταν ήταν στις φύλακες.  «Ο Φρατζής προερχόταν από μια πολύ καλή οικογένεια. Είχα γνωριστεί εκείνη την εποχή με τον πατέρα του και τη μάνα του, οι οποίοι μου έλεγαν ότι ήταν 'συνεσταλμένο και σεβαστικό παιδί' και δεν μπορούσαν να εξηγήσουν για το πώς έφτασε να διαπράξει ένα τέτοιο φρικιαστικό έγκλημα».

Ενώ μας αποκαλύπτει ότι κάποτε, τις δεκαετίες του 60' και του 70', οι ελληνικές εφημερίδες (μεγάλες και μικρές) θεωρούσαν απολύτως φυσιολογικό να φιλοξενούν, χωρίς την παραμικρή λογοκρισία ή προειδοποιητική σήμανση, ανατριχιαστικές φωτογραφίες από διάφορα δυστυχήματα, δολοφονίες, τροχαία, εργατικά ατυχήματα, ακρωτηριασμούς, αυτοκτονίες κτλ, στα εξώφυλλα τους! 

«Πραγματικά παλαιότερα στις εφημερίδες, όπως και στην τηλεόραση δείχναμε και βάζαμε φωτογραφίες με διαμελισμένα πτώματα, με καταπλακωμένους σε σεισμούς και πολλά άλλα φρικιαστικά πλάνα. Αυτό δεν ήταν καθόλου σωστό. Το ίδιο όμως συνέβαινε και στις άλλες χώρες. Δεν ήταν Ελληνικό το φαινόμενο! Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και ευτυχώς που άλλαξαν και δεν δημοσιεύονται τέτοιες φωτογραφίες, ούτε δείχνουμε τέτοια πλάνα στην τηλεόραση. Δεν έπρεπε να δείχνουμε και παλαιότερα, αλλά τότε ήταν άλλες εποχές!».

Όταν ήταν στην ΕΡΤ2 υπήρξε μια έκφραση «ο Σόμπολος κρατάει τα πτώματα με τα δόντια». «Είχε γίνει ένα πολύνεκρο τροχαίο στη Μαλακάσα κι εγώ είχα πάει με περιπολικό στον τόπο. Περίμενα μεγάλο χρονικό διάστημα και το συνεργείο δεν είχε φτάσει. Τα πτώματα τα είχαμε στην άκρη του δρόμου και είχα παρακαλέσει τον διοικητή της Τροχαίας να μην τα πάρουν για να κάνουμε πλάνα. Κάποια στιγμή αγανάκτησα από την αργοπορία τους και πήρα στις ειδήσεις. Αρχισυντάκτης ήταν ο συνάδελφος Στάθης Καρράς και του λέω: 'Πού είναι αυτό το συνεργείο; Δεν μπορώ άλλο! Κρατάω τα πτώματα με τα δόντια'. Ο Στάθης επαναλαμβάνει δυνατά το 'Κρατάω τα πτώματα με τα δόντια' κι έγινε ο χαμός από τους συναδέλφους που βρίσκονταν την ώρα εκείνη μέσα στην αίθουσα σύνταξης. Κι από την ώρα εκείνη το επαναλάμβαναν οι συνάδελφοι και γελούσαν μεταξύ τους!».

Πολλές φόρες ήρθε σε επαφή με  ανθρώπους που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα που είχε καλύψει δημοσιογραφικά «Συζητούσα κανονικά μαζί τους. Η δουλειά μου εμένα ήταν να καταγράφω τα γεγονότα και να τα παρουσιάζω σωστά είτε αυτό άρεσε σε κάποιους είτε όχι. Γενικά σχεδόν όλοι οι παράνομοι με αγαπούσαν και είχα άριστες σχέσεις μαζί τους».

 
Ένα από τα βιβλία του είναι τα εγκλήματα που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Ποιο είναι αυτό που έχει μείνει πιο πολύ στην μνήμη του; «Σίγουρα είναι του Φρατζή, του Δουρή και πολλά άλλα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο».

Όσον αφόρα αν έχει φοβηθεί ποτέ στα χρόνια που έκανε ρεπορτάζ απαντάει ότι «Βέβαια έχω φοβηθεί. Όλο με παράνομους ασχολιόμουνα στη μακροχρόνια δημοσιογραφική πορεία μου. Χειριζόμουνα ιδιαίτερα δύσκολες κι επικίνδυνες καταστάσεις. Είναι επόμενο να φοβήθηκα και μάλιστα πολλές φορές», ενώ μας λέει ότι πολλές φόρες η ζωή του βρέθηκε σε κίνδυνο «Μπορώ να πω αμέτρητες φορές έχω πει 'Άντε, εδώ θα αφήσω τα κοκαλάκια μου', αλλά πάντοτε στάθηκα τυχερός».

Για το νέο βραβείο, το οποίο θεσμοθετήθηκε φέτος στα βραβεία του ιδρύματος Μπότση, με τον τίτλο «Πάνος Σόμπολος» και το οποίο αφορά αστυνομικό, δικαστικό και ελεύθερο ρεπορτάζ: «Αποτελεί ύψιστη τιμή για μένα η θέσπιση ετήσιου βραβείου αστυνομικού, δικαστικού και ελεύθερου ρεπορτάζ στο όνομα 'ΠΑΝΟΣ ΣΟΜΠΟΛΟΣ'. Κι έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία γιατί αυτή η τιμή δίδεται ενώ βρίσκομαι εν ζωή. Συνήθως τέτοιου είδους τιμές δίνονται όταν κλείνουμε τα μάτια μας. Ευχαριστώ το Ίδρυμα Δημοσιογραφίας κι όλους όσους συνέβαλαν σ αυτό. Εύχομαι να δίνεται κάθε χρόνο σε ανθρώπους που το αξίζουν».

Τι συμβουλή δίνει όμως στα παιδιά που μπαίνουν τώρα στην δημοσιογραφία; «Δεν είναι εύκολη εποχή για τα νέα παιδιά που μπαίνουν στη δημοσιογραφία. Η παρατεταμένη κρίση, τσάκισε σε όλα τα επίπεδα τα Μέσα Ενημέρωσης. Όμως όλα κάνουν τον κύκλο τους! Οι δυσκολίες θα περάσουν. Γι αυτό απαιτείται υπομονή, επιμονή και μεράκι  για την επίτευξη του αντικειμενικού μας σκοπού. Οι νέοι συνάδελφοι που μπαίνουν στο επάγγελμα – λειτούργημά μας θα πρέπει να διαθέτουν: Παιδεία – Ήθος – Εργατικότητα – Αντικειμενικότητα και να ενημερώνουν σωστά τον κόσμο. Αν διαθέτουν αυτά τα στοιχεία, δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα στη δημοσιογραφική τους πορεία».
 

ΣΥΝΤΑΚΤΙΣ: Εύα Αλαμάνου 

Σχόλια (0)