ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΡΙΑΚΟ: Ελεύθερο Ρεπορτάζ και Γκάλοπ - Μια εισαγωγή

Η κα. Χρυσοχόου είναι η εισηγήτρια τόσο για το ελεύθερο όσο και για το πολιτικό ρεπορτάζ. Σε αυτήν τη στήλη, όμως, λόγος θα γίνει για το ελεύθερο ρεπορτάζ, σε ένα κείμενο που έχει χαρακτήρα εισαγωγής. Το ελεύθερο ρεπορτάζ, λοιπόν, αποτελεί το ρεπορτάζ χωρίς ένα αποκλειστικό αντικείμενο, γι’ αυτό άλλωστε και φέρει αυτό το όνομα. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, ο ελεύθερος ρεπόρτερ έχει τη δυνατότητα να καλύπτει κάθε είδος ρεπορτάζ, καθώς ανά πάσα στιγμή μπορεί να χρειαστεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις και να προσφέρει τις λύσεις που χρειάζονται.

Ο ελεύθερος ρεπόρτερ συχνά είναι εκείνος που εξασκεί το λεγόμενο «ρεπορτάζ δρόμου», δηλαδή εργάζεται κατά κανόνα μακριά από το studio, φέρνοντας στη βάση του το θέμα που του έχει ζητηθεί. Αυτό σημαίνει πως αντικείμενό του συχνά είναι η συνέντευξη, το «γκάλοπ»: ο δημοσιογράφος, μέσα από τις ερωτήσεις του, επιχειρεί να λάβει απαντήσεις, οι οποίες κατά προτίμηση θα απηχούν όλες τις απόψεις γύρω από ένα ζήτημα, με σκοπό τη μη επίδειξη μονομέρειας. Ο δημοσιογράφος ρωτά είτε τον απλό πολίτη, για να προβάλει τη γνώμη τού μέσου ανθρώπου (ο οποίος αν και δεν υπάρχει, πάντοτε αναζητείται από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας), είτε κάποιον ειδικό, ούτως ώστε να φωτίσει λεπτομέρειες και πτυχές του ζητήματος που καλείται να καλύψει, τις οποίες ο ειδικός αυτός είναι ο πλέον αρμόδιος να τις μοιραστεί με όσους ενημερώνονται από το μέσο στο οποίο εργάζεται ο ρεπόρτερ.

Το ελεύθερο ρεπορτάζ, λοιπόν, απαιτεί ευελιξία και καλή προετοιμασία, ακριβώς γιατί έχει να κάνει κατά βάση με άλλους ανθρώπους, τις πιο πολλές φορές άγνωστους σε εμάς: η αυτοπεποίθηση είναι εκ των ων ουκ άνευ, χωρίς όμως ποτέ να φτάνει στο επίπεδο της αναίδειας. Ο ρεπόρτερ πρέπει να είναι καλά διαβασμένος για το θέμα του, γιατί στην πραγματικότητα είναι ο «μαέστρος» ή ο «σκηνοθέτης» της δουλειάς του: είναι αυτός που μέσα από τις κατάλληλες ερωτήσεις (και μέσα από την επιτηδευμένη του αφέλεια, που κερδίζει την εμπιστοσύνη του άλλου), θα λάβει τις κατάλληλες απαντήσεις, οι οποίες κατά κανόνα πρέπει να είναι πλήρεις προτάσεις, που να στέκονται νοηματικά μόνες τους.

Ακριβώς επειδή το γκάλοπ είναι μια συζήτηση με ένα συγκεκριμένο σκοπό για τον ρεπόρτερ, ο τελευταίος δεν χρειάζεται να πηγαίνει πάντα by the book: ακόμη και αν έχει ετοιμάσει (ως απόρροια της προετοιμασίας του) μια σειρά ερωτήσεων για το γκάλοπ του, είναι απαραίτητο να ακούει τον συνομιλητή του, όχι μόνο γιατί έτσι δείχνει πως προσέχει το τι αυτός λέει, κάνοντάς τον να νιώθει καλά παρά το συχνά άβολο της διαδικασίας, αλλά και γιατί μια απάντηση μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για μια ερώτηση, που ίσως ο δημοσιογράφος δεν την είχε σκεφτεί εκ των προτέρων. Με αυτόν τον τρόπο, το γκάλοπ γίνεται καλύτερο και πιο ζωντανό, δίνοντας την ευκαιρία στο πρόσωπο που ερωτάται να απαντήσει ακόμη πιο πειστικά, προσφέροντας στον ρεπόρτερ το πολύτιμο στοιχείο της δήλωσης στο ρεπορτάζ του.

Με βάση, όμως, αυτό το τελευταίο στοιχείο, μια επισήμανση είναι απαραίτητη: το γκάλοπ αυτό δεν αποτελεί το μοναδικό στοιχείο του ρεπορτάζ. Αντίθετα οι δηλώσεις που θα συγκεντρωθούν αφορούν περί τα 10 δευτερόλεπτα maximum του τελικού προϊόντος που θα προβληθεί. Άρα, δέον είναι να αποφεύγονται οι μακρόσυρτες συζητήσεις με τους ερωτηθέντες, καθώς αυτό καθυστερεί τον δημοσιογράφο (που πρέπει να συγκεντρώσει και άλλο υλικό), αλλά ακόμα και το πρόσωπο που μίλησε στον ρεπόρτερ, καθώς σίγουρα θα έχει και κάτι άλλο να κάνει.

Τέλος, είναι σημαντικό το πρόσωπο-επίκεντρο του γκάλοπ να μην αισθανθεί άσχημα: ο δημοσιογράφος συνδιαλέγεται με κάθε είδους άτομο, από τη νοικοκυρά μέχρι και τον πρωθυπουργό. Καθένας είναι άξιος σεβασμού και αυτό ο δημοσιογράφος οφείλει να το έχει κατά νου, οπότε θα πρέπει να πράξει το παν για να μην φέρει τον άλλο σε δύσκολη θέση. Ένας κανόνας, λοιπόν, για να επιτύχει ο δημοσιογράφος το σκοπό του, εκτός από την ευγένεια ακόμα και απέναντι στον σκαιότερο των ανθρώπων, είναι οι λέξεις και οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί: δεν είναι απαραίτητο, αντίθετα είναι μάλλον δείγμα μικροψυχίας, ο δημοσιογράφος να επιδεικνύει το γνωστικό του επίπεδο μέσα από μεγαλοστομίες έναντι απλών ανθρώπων, που δεν τον καταλαβαίνουν και πληγώνονται από αυτό. Ταυτόχρονα, όμως, ο δημοσιογράφος πρέπει να είναι εξοικειωμένος με την ορολογία ενός οποιουδήποτε επιστημονικού πεδίου, για να σεβαστεί τον επιστήμονα/ειδικό που έχει απέναντί του, έχοντας μάλιστα ως στόχο να εκλαϊκεύσει τα όσα λέει ο συνομιλητής του, χωρίς όμως να τον προσβάλει. Τα πάντα είναι θέμα ισορροπιών και τελικά μπορούν με γλαφυρότητα (αν και με τις απαραίτητες αναλογίες να λαμβάνονται πάντα υπ’ όψιν) να αποτυπωθούν στην κατακλείδα φράση: ο δημοσιογράφος (πρέπει να) μιλά «και τη γλώσσα του λιμανιού και τη γλώσσα του σαλονιού».

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Σπύρος Σερμπέτης-Παππάς, για το ANT1 MediaLab.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Pixabay      

Σχόλια (0)